Πολιτεία που δεν έχει σαν βάση της την παιδεία είναι οικοδομή πάνω στην άμμο pen
                                                                                                                                                                                                                                                                                              Κ.Καβάφης

Δευτέρα, Αύγουστος 10, 2020
Text Size

Συκουριο

 

Στους πρόποδες της Όσσας, σε υψόμετρο 150μ. ξεπροβάλλει το Συκούριο. Το όνομα του Συκουρίου προέρχεται από την αρχαία πόλη της Πελασγιώτιδας, Σικύριο και το μυθικό βασιλιά Σύκουρο. Το Συκούριο αναφέρεται κατά τον 2ο αιώνα π.Χ., την εποχή των μακεδονορωμαϊκών πολέμων, από τον ιστορικό Πολύβιο (ΚΖ, 8, 15), ως Σικύριο και από τον λατίνο ιστορικό Τίτο-Λίβιο (42, 54, 9), ως Sucurium ή Sicurium.

Κατά τον Στέλιν τα ερείπιά του βρισκόταν στη δεξιά όχθη του ρέματος Παλιοκαρυά. Στα βυζαντινά χρόνια ονομάζονταν Νέα Καισάρεια. Κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας επί Τουρχάν μπέη το χωριό εποικίσθηκε από οικογένειες Οθωμανών νομάδων κτηνοτρόφων που ήρθαν από το Ικόνιο (Κονιάροι) και έδωσαν το όνομα Μπουγιούκ Κεσερλί δηλαδή Μεγάλο Κεσερλί που σημαίνει την περιοχή του σκεπαρνιού. Ίσως το σκεπάρνι να ήταν το σύμβολό τους. Την περίοδο αυτή ήταν μεγάλο και πλούσιο χωριό με περιβόλια και άφθονα νερά, όπου τα καλοκαίρια παραθέριζαν οι μπέηδες της Λάρισας. Γνωστό ήταν μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες το κονάκι του Ατίφ Ταϊφούρ μπέη στη συνοικία «Μπειλέρ» (συνοικία των μπέηδων). 
Οι πρώτοι Έλληνες που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν εδώ, αμέσως μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος (1881), αγόρασαν κτήματα από τους Τούρκους που έφευγαν παλιννοστώντας στο Ικόνιο. Μέχρι το 1899 υπήρχαν ακόμη Τούρκοι στην περιοχή. Στην περιφέρεια του Μεγάλου Κεσερλί, όλα σχεδόν τα χωριά ήταν κεφαλοχώρια και γι'αυτό μπορούσε κανείς να αγοράσει σπίτι και χωράφια. Αντίθετα στον κάμπο της Λάρισας υπήρχαν μόνο τσιφλίκια και δεν πωλούσαν μικρά κτήματα. Αυτή ακριβώς η δυνατότητα αγοράς σπιτιών υπήρξε η κύρια αιτία που προσέλκυσε από νωρίς στον εποικισμό του χωριού πολλές οικογένειες από άλλα μέρη της ελεύθερης και της υπόδουλης Ελλάδας.
Σήμερα το Συκούριο κατοικείται καθ'όλη τη διάρκεια του χρόνου-χειμώνα και καλοκαίρι- από 2554 άτομα, Μακεδόνες, Βλάχους, Σπηλιώτες, Σαρακατσαναίους, Λιδορικιώτες, Μικρασιάτες, κι Αρβανίτες. Ασχολούνται με τα πρωτογενή επαγγέλματα, τη γεωργία και την κτηνοτροφία, είναι ελεύθεροι επαγγελματίες, έμποροι, βιοτέχνες, εργάτες και υπάλληλοι (ιδιωτικοί και του δημοσίου).
Ασχολούνται επίσης και με τα παραδοσιακά επαγγέλματα: του γανωτή, του πεταλωτή, του στραγαλοποιού, του τσαγκάρη, του φανοποιού, του οργανοπαίχτη, του χτίστη πέτρας, του οινοποιού, διαθέτοντας και αρκετά καζαναριά με άμβυκες για να κάνουν την απόσταξη του τσίπουρου.

Με την εγκατάσταση τους εδώ, οι πρώτες λίγες οικογένειες για την εκπλήρωση των θρησκευτικών τους καθηκόντων έχτισαν τον πρώτο ι.ν. των Αγίων και Ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης (είναι ο πολιούχος) και όταν αυξήθηκαν το 1902 άρχισαν να χτίζουν στον ίδιο χώρο τον σημερινό περικαλλή ναό που εορτάζει στις 21 Μαΐου.Άλλοι ναοί είναι: ο Κοιμητηριακός των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ, το ξωκλήσι της Ζωοδόχου Πηγής με την καρκινική επιγραφή: «ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ», στην ωραία τοποθεσία οι Μύλοι, κατάφυτη από πεύκα δωρεά των αδελφών Νικολάου και Χρήστου Κίττα στη μνήμη της ιερής σκιάς των γονέων τους Μιχαήλ και Ζωής, και πανηγυρίζει την Παρασκευή της Διακαινησίμου μετά το Πάσχα και ο νεοΐδρυτος ημιτελής του Αγίου Ευθυμίου του Μεγάλου, δωρεά των αδελφών Χάιδως και Σταματίας Γεωργ. Σαμαρά, στη μνήμη του αδελφού τους Ευθυμίου. Εκτός από τις εκκλησίες ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα πέτρινα διώροφα και ημιδιώροφα σπίτια, που τα περισσότερα είναι δημιουργήματα Ηπειρωτών μαστόρων και αποδεικνύουν την ιδιαίτερη ευημερία των κατοίκων την περίοδο εκείνη με αρχιτεκτονικά γνωρίσματα υψηλής τεχνικής.

 

Μερικά από αυτά σώζονται και είναι πραγματικά στολίδια για τον τόπο: το παλιότερο διώροφο αρχοντικό είναι του Χρήστου Γεωργ. Πολύζου στη συνοικία Τζουμά, (σήμερα Καλλιθέα) στην πλατεία Αμβροσίου Κασσάρα. Στη μια από τις δύο εντοιχισμένες μαρμάρινες κτητορικές επιγραφές είναι σκαλισμένα: «Ιησούς Χριστός Νικά το Παν. Χρήστος Γεωργίου Πολύζος Ζαγορίσιος, 20/2/1981».

Ακολουθεί του Αντωνίου Νικολάου Ματσίκα που χτίστηκε το 1901. Στη μετόπη υπάρχουν εντοιχισμένες οι προτομές των κτητόρων, αριστερά της γυναίκας του και δεξιά του ίδιου. Το σπίτι στη δεκαετία του '20 πουλήθηκε και το αγόρασε ο Σπηλιώτης Ιωάννης Νικόλαου Πράπας.
Στην ίδια συνοικία όπου γινόταν και το παζάρι της Παρασκευής (Τζουμά Παζάρ) υπάρχουν και τα σπίτια: του Νικολάου Σπύρου Μακρή (Τσιόλα) χτισμένο το 1903 γνωστό ως σπίτι με το φοίνικα, σήμερα του Κωνσταντίνου Δημητρίου Μητροδήμου, του Παρασκευά Σιδεριάδη χτισμένο το 1905 με το εντυπωσιακό σιδερένιο μπαλκόνι, του μητροπολίτη Αμβροσίου Κασσάρα (1907) που έζησε για πολλά χρόνια και πέθανε στο Συκούριο το 1918 και του Γεωργίου Χατζόπουλου, σήμερα του Μιχαήλ Β. Ντίνα. Στη συνοικία του Αγίου Κωνσταντίνου τα σπίτια: του Ιωάννη Παπαμιχαλόπουλου (Σαντραβέλη) χτίστηκε το 1903, του Νικολάου Τηλιού (Ποτούλη) σήμερα, των αδελφών Κων/νου και Νικολάου Βας. Ζέγγου, το ξενοδοχείο «ο Κίσαβος» του Χρήστου Ζαχ. Παπαζαχαρία και το δημαρχιακό κατάστημα. Νεότερα είναι: του παπα-Στεργίου Ηλία Ήλου,(1915), του Γεωργίου Νικολή σήμερα του Νικολάου Πουτσιάκα, του Αθανασίου Ιωάννη Μπέλτσιου, του Ιωάννη Ευθυμίου Παπαζαχαρία, του Σπύρου Κων. Καραδήμου και του Μιχαήλ Ξεν. Χατζή, νεοκλασικό άριστης κατασκευής και διαρρύθμισης με κόγχες στην κεντρική είσοδο και ακροκέραμα σε όλη την μπροστινή όψη της σκεπής.
Στα παραδοσιακά κτίσματα καταγράφονται και οι 6 νερόμυλοι που άλεθαν τα γεννήματα κατά μήκος του χειμάρρου Μπαρτσιά από τη θέση Ξηρολάκκι μέχρι τη μαγευτική θέση «οι Μύλοι» στις παρυφές του χωριού. Στις μέρες μας σώζονται μόνο δύο, χωρίς να λειτουργούνε. Αξιοπρόσεκτο κτίσμα εντός του οικισμού είναι το παλιό βιομηχανικό συγκρότημα του Μιχαήλ Νικ. Κίττα στο οποίο στεγάζονταν ο κυλινδρόμυλος που κινούνταν με μικρή πετρελαιομηχανή και η μονάδα ηλεκτροφωτισμού, η οποία λειτουργούσε από το 1935 έως το 1960 όταν εξαγοράστηκε από τη Δ.Ε.Η.
Το Συκούριο ανέκαθεν ήταν το κέντρο ανάπτυξης ως προς την εμπορική και οικονομική ζωή της περιοχής. Παλιά, από το 1891 έως το 1905 γινόταν ετήσια εμποροπανήγυρη στο «Μικρό Μεριά» η οποία διαρκούσε οχτώ ημέρες.
Η επαφή αυτή των εμπόρων με τους κατοίκους που έρχονταν από τα χωριά της ευρύτερης περιοχής δημιουργούσε πολλές συναλλαγές και παράλληλα εξασφάλιζε και νέες προσόδους για τον τέως δήμο Νέσσωνα.
Σήμερα στην πρωτεύουσα του δήμου δραστηριοποιούνται πολλοί επαγγελματίες έμποροι και βιοτέχνες, που καλύπτουν τις σύγχρονες βιοτικές ανάγκες των κατοίκων.
 
 
 
 
 

Κατηγορία: Πληροφορίες

Η ώρα είναι

Σύνδεση

Συνδεθείτε με τα στοιχεία του λογαριασμού σας

Η εγγραφές επιτρέπονται μόνο σε γονείς/κηδεμόνες και στο προσωπικό του Σχολείου.

Μετρητής επισκεπτών
Χρησιμοποιούμε cookies. Τα cookies μας βοηθούν να προσφέρουμε τις υπηρεσίες μας. Μπορείτε να τα απενεργοποιήσετε ή να βρείτε περισσότερες πληροφορίες